Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Tώρα πια έγινες άγγελος

Τι ήθελε στη ζωή του ο πατέρας μου  Σε ένα χωριό …..κάθονταν ένα απόβραδο του Σαββάτου σε κάποιο φτωχικό πανδοχείο οι χωρικοί (Εβραίοι στο σύγγραμμα). Όλοι τους ήταν ντόπιοι, εκτός από έναν, που κανένας δεν εγνώριζε. Ένας πάμφτωχος, κουρελιασμένος, που κούρνιαζε σταυροπόδι στη σκιά της σόμπας. Οι συζητήσεις δίναν και παίρναν. Πετιέται κάποιος και ρωτά τι θα επιθυμούσε ο καθένας, εάν ήταν να πραγματοποιηθεί μία ευχή του. Ο ένας ήθελε χρήματα, ο άλλος έναν γαμπρό, ο τρίτος ένα νέο πάγκο για το ξυλουργείο, και ούτω καθεξής. Αφού όλοι πήραν τον λόγο, έμεινε τελευταίος ο ζητιάνος στη γωνιά της σόμπας. Απρόθυμα και διστακτικά υποχώρησε στις ερωτήσεις: « Θα ήθελα να’ μουν ένας παντοδύναμος βασιλιάς, και να’ μουν κύριος σε μια μεγάλη χώρα, και τη νύχτα να’ πεφτα για ύπνο στα παλάτι του και από τα σύνορα να μπούκαρε ο εχθρός  και πριν να ξημερώσει να΄ φταναν οι καβαλάρηδες μέχρι το κάστρο μου, κι αντίσταση καμία να μην υπήρχε , και να ξύπναγα με τρόμο, και να μην είχα χρόνο ούτ...

Dylan Thomas

Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία. Γυμνοί οι νεκροί στον άνεμο και το γερτό φεγγάρι Με τον άνθρωπο θα σμίξουνֹ ‘Οταν γλυφτούν τα κόκκαλα τους και τα γλυμμένα κόκκαλα χαθούν, Θα ‘χουν αστέρια σε αγκώνα και ποδάριֹ Αν και τρελοί, θα συνεφέρουν, Αν θαλασσόπνιχτοιν θ’ αναδυθούν, Αν κι εραστές χαμένοι αυτοί, δεν θα χαθεί η αγάπηֹ Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία. Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία. Κάτω απ’ τις δίνες τις θαλάσσης Χρόνια χωμένοι αυτοί, θάνατο ανεμόδαρτο δεν θα ‘βρουνֹ Σε μέγκενη στριμμένοι, με τους τένοντες λυμένους, Παιδεμένοι σε τροχό, δεν θα τσακίσουνֹ Στα χέρια τους η πίστη θ’ ανοίξει Και μονόκερα στοιχειά θα τους ξεσκίσουν, Κουρελιασμένοι ολόκληροι, και δεν θα σπάσουνֹ Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία. Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία. Ας πάψουν πια να σκούζουν στ’ αυτιά τους οι γλάροι Και στις ακτές τα κύματα να σκάζουν άγριαֹ Λουλούδι όπου ξεμύτισε μην ξεμυτίσει πια Να υψώσει το κεφάλι του στους χτύπους ...

Πυρηνικό αγγουράκι

γιατί να μοιάζουν τόσο;;  τυχαίο είναι; επέλεξα αυτό το μοντάζ φωτογραφιών όταν καθάριζα ένα αθώο αγγουράκι κι ανοίγοντας τον Η/Υ μου ήρθε στο μυαλό ένα αθώο σηματάκι και δεν ξέρω πως και τι έγινε και τα πάντρεψα. Έτσι εντελώς αθώα! ΥΓ. Ουδεμία παρέμβαση έγινε στις φωτογραφίες, πέραν του μοντάζ!  ...αγγουράκι για την όρεξη , αν δεν έχετε!!

Τα χρόνια της αρχαίας σκουριάς άρχiσαν

                                                                                             

Μνημειακή Μαγειρική

εξαιτίας της εργαστηριακής μαγειρικής που μου ξύπνησε μνήμες επιμνημόσυνης μαγειρικής μα καθόλου haute cousine σε αντιπαράθεση  με τη Νέα Μαγειρική και Μοριακή γαστρονομία αντιπαραθέτω τη Μνημοσύνη της παιδικής μου ηλικίας, της πιο αξιόλογης περιόδου (μαγειρικής) μνήμης καθώς, δίχως να έχουμε στο σπίτι μας "φορμάικα" ( που ήταν το όνειρο της μητέρας μου), χα,χα γίνονταν θαύματα! Συγκρίνοντας τις πατάτες τηγανιτές με το άρωμα του γιασεμιού έξω απο το παράθυρο, την αρπερόριζα που χύνονταν έξω απο την γλάστρα και τα βερύκοκα στο καφάσι που μόλις είχαν καταφτάσει απο το άλλο χωριό παραθέτω (από βιβλίο που διάβασα πρόσφατα) μερικά δημιουργικά πιάτα επωνύμων μαγείρων που τις θεωρώ το λιγότερο  επιδειξιομανία  .... καπνιστός αέρας με λάδι και αλάτι,;;; παγωμένο νερό από μούρα με καπνό και χαβιάρι από μούρα και χαρτί λουλουδιών , μπαλόνι από γκοργκοντζόλα, ;;;;  μούμια μπαρμπουνιού , ;;;; ρα...

ψηλά πετούν τα σύννεφα

στα 1600 μ. πετώ ιδανικά , πιο χαμηλά απο ότι ξεφεύγω άλλες φορές, παλεύω τον άνεμο πιο σοβαρά συναγωνίζομαι  τα ύψη με βαση το ύψος μου,  ζυγίζω  καλύτερα τις δυνάμεις μου, δίχως να χρειάζομαι πολύ οξυγόνο μαθαίνω να αντέχω σαν τον δύτη σε μακροβούτι..   Μαιναλο
Πρέπει νά ῾σαι πάντα μεθυσμένος. Ἐκεῖ εἶναι ὅλη ἡ ἱστορία: εἶναι τὸ μοναδικὸ πρόβλημα. Γιὰ νὰ μὴ νιώθετε τὸ φριχτὸ φορτίο τοῦ Χρόνου ποὺ σπάζει τοὺς ὤμους σας καὶ σᾶς γέρνει στὴ γῆ, πρέπει νὰ μεθᾶτε ἀδιάκοπα. Ἀλλὰ μὲ τί; Μὲ κρασί, μὲ ποίηση ἢ μὲ ἀρετή, ὅπως σᾶς ἀρέσει. Ἀλλὰ μεθύστε. Καὶ ἂν μερικὲς φορές, στὰ σκαλιὰ ἑνὸς παλατιοῦ, στὸ πράσινο χορτάρι ἑνὸς χαντακιοῦ, μέσα στὴ σκυθρωπὴ μοναξιὰ τῆς κάμαράς σας, ξυπνᾶτε, μὲ τὸ μεθύσι κιόλα ἐλαττωμένο ἢ χαμένο, ρωτῆστε τὸν ἀέρα, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ρολόι, τὸ κάθε τι ποὺ φεύγει, τὸ κάθε τι ποὺ βογκᾶ, τὸ κάθε τι ποὺ κυλᾶ, τὸ κάθε τι ποὺ τραγουδᾶ, ρωτῆστε τί ὥρα εἶναι, καὶ ὁ ἀέρας, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ρολόι, θὰ σᾶς ἀπαντήσουν: -Εἶναι ἡ ὥρα νὰ μεθύσετε! Γιὰ νὰ μὴν εἴσαστε οἱ βασανισμένοι σκλάβοι τοῦ Χρόνου, μεθύστε, μεθύστε χωρὶς διακοπή! Μὲ κρασί, μὲ ποίηση ἢ μὲ ἀρετή, ὅπως σᾶς ἀρέσει. Πηγή: www.lifo.gr μεθύστε ένα ποιήμα του μπωντλαίρ Πηγή: www.lifo.gr μεθύστε ένα ποιήμα του μπωντλαίρ Πηγή: www.lifo.gr ...