Δεν διαθέτουμε ευημερία και ποιότητα ζωής παρά μόνο στη φαντασία μας, ως αίσθηση λίγο και αυταπάτη. Είναι σαν τον σκοπό της ζωής, όσο προχωράς, αλλάζει.
Ο αγώνας για την ισότητα των φύλων και την κοινωνική δικαιοσύνη, για τη δίκαιη διανομή του πλούτου, για ένα αποτελεσματικό σύστημα υγείας, πρόνοιας και παιδείας, για τη στέγη και την οικολογική ηθική, το προσφυγικό και η οικονομική μετανάστευση - εκμετάλλευση, η πολυπόθητη ανάπτυξη, εξακολουθούν να αποτελούν ανοιχτά ζητήματα προς διαπραγμάτευση ή μήπως μια από καιρό χαμένη υπόθεση. Τι αλήθεια να κάνουμε, πως να εφεύρουμε μια νέα θέσμιση της κοινωνίας όταν δεν έχει το απαραίτητο φαντασιακό κεφάλαιο, όταν ο κοσμάκης δεν απαιτεί περισσότερη δημοκρατία και ελευθερία αλλά τροφή και αφθονία υλικών αγαθών, καλοπέραση και άραγμα. Όσες λύσεις κι αν σκεφτούμε, οι λύσεις θα γεννούν νέους προβληματισμούς.
Το μόνο σίγουρο «χαρτί» στην Ελλαδίτσα μας μοιάζει
τελικά να είναι η πολυπόθητη εξασφάλιση με μια θέση υπαλλήλου ή ενός διορισμού,
μιας στενής τέλος πάντων σχέση με το δημόσιο, τουλάχιστον ως προς τη
σταθερότητα του ατομικού προϋπολογισμού: μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει, το
αθάνατο μεροδούλι-μεροφάι. Ο καβαντζωμένος έλληνας έχει πέραση πάντως στην
Ελλάδα. Όταν δουλεύεις όμως μόνο για να μπορείς να ζεις τότε ονομάζεσαι -όπως
το έχουν πει- δούλος και όχι εργαζόμενος. Μαζί όμως με το κτήμα και το σπιτάκι
του παππού που ανέβασες στην πλατφόρμα, σου αποφέρουν μια επιπλέον άνεση,
προσμετριέται στην ευημερία σου και στην τάση σου να γίνεις αυτάρκης. Η
εθελοδουλία πήρε κι αυτή θέση στο ιδιωτικό σου παρκινγκ κι εσύ σκρολάρεις δήθεν
διαβάζοντας.
Σήμερα, που αμφισβητούνται τα δεδομένα,
ανατρέπονται οι βεβαιότητες και οι σταθερές υποχωρούν, τα αυτονόητα
μετατρέπονται σε ζητούμενα και η ανατροφοδότηση καταλήγει, μαζί με τα απόβλητα,
στη θάλασσα.
Κάθε -ισμός συνοδοιπορεί με τον δικαιωματισμό
προς πάσα κατεύθυνση:
Σοσιαλισμός, κομμουνισμός, καπιταλισμός,
φιλελευθερισμός, εθνικισμός, υλισμός, ιδεαλισμός, αναρχισμός κ.ο.κ. στο ίδιο
καζάνι βράζουν όλα σε σιγανή φωτιά μέχρι να λιώσουν.
Και πες ότι αφήνουμε τους ταπεινούς εκείνους -ισμούς
του πανθεϊσμού και της θρησκείας (Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός, Μουσουλμανισμός
κ.λπ.), ή τους αθεϊσμούς των αλλοθρήσκων τι μας μένει εκτός από ατομοκεντρισμό/εγωκεντρισμό,
ρατσισμό και φανατισμό, μισογυνισμό και εξευτελισμό,
χωρίς δείγμα αλτρουισμού. Τι θα την κάνεις τη ζωή σου μετά;
Βγαίνοντας στους δρόμους, κάθε -αυτοανακηρυγμένος-
αγωνιστής, υπερασπιστής των δικαιωμάτων του, διεκδικεί πρωτίστως το προσωπικό
του όφελος, στον βαθμό που αυτό δικαιώνει τον ενίοτε-αμφισβητήσιμο ορθολογισμό
του, διεκδικεί και το όφελος του συνόλου. Αυτό θα το έβαζα σε παρένθεση, εκτός
αν αναφερόμουν στην Ιαπωνία του 19ου αιώνα. Οι Λογικές πλάνες δεν
τον αφορούν, αφού στόχος του είναι το προσωπικό όφελος. Που πήγε αλήθεια η
Κοινωνία του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Πυθαγόρα και του Ηράκλειτου η σοφία;
Στην κατηγορία των -ισμών ανήκουν ο μισογυνισμός
και ο μισανδρισμός ενάντια σε κάθε ροπή φεμινισμού. Κάθε ευτελισμός
παρουσιάζεται ως μια μορφή εξιλέωσης, αρρωστημένης εκδήλωσης του θυμικού, ως
ειρωνική ή παράδοξη διατύπωση-απαίτηση και όχι ως λογική ταυτότητα. Εντάξει,
πέφτει και κάνα χαστούκι πού και πού (λένε κάποιοι αμετροεπείς)… και “Ο τύπος
τρέφεται από τις αποκαλύψεις”, γράφει ο Tom Stopard.
Μήπως η μήτρα του κακού είναι η άρνηση της
ατομικής ευθύνης, η απουσία αλληλεγγύης και η εναντίωση στο καλό, την αρετή και
την α(ν)δρ(ε)ία που σαν χαμένη ήπειρος ή Ουτοπία, σε φθείρει και σε αρρωσταίνει;
Όσο εσύ επιζητάς την ελευθερία σου, η ελευθερία κακοφορμίζει από αήθεια και
προσβολή της αισθητικής. Να χάθηκε η αληθινή αγάπη και ο αληθινός έρωτας,
εφόσον βιώθηκαν κάποτε ως αληθινά;
Αν και
πολλές ελευθερίες κατακτήθηκαν, άλλες τόσες γεννιούνται. Ο Τύπος παραχωρεί τη
θέση του στα χωρίς κρίση και όρια ηλεκτρονικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης και η
προσωπική γνώμη -η επιφυλλίδα- αυτοκαταργείται, μιμούμενη τη σκέψη της ΑΙ.
Βλέπουμε αμέτοχοι την κάμερα να μας γράφει κρυφά ή φανερά και το δεχόμαστε, το (παρα)κράτος
να παρεισφρέει στο σαλόνι του σπιτιού μας κι εμείς να το υποδεχόμαστε πίνοντας
μαζί του από το ίδιο κρασί, όσο τα προσωπικά μας δεδομένα ταξιδεύουν νυχθημερόν
στις αποβάθρες του Big Brother και των Data centers ανά τον κόσμο, με αντάλλαγμα
ένα μισοφαγωμένο cookie· στο σελοφάν του γράφει μια υπόσχεση: την παραμονή και
τη συμβίωσή μας στο αόρατο δίκτυο των κοινωνικών συναναστροφών, της ίδιας μας
την ύπαρξης και συνύπαρξης στο Αυτό.
Η εργασία, από την άλλη, ως ανταλλακτική αξία,
παραμένει κατοχυρωμένο δικαίωμα στην εκμετάλλευση της υπεραξίας, ακόμη κι όταν
την ορίζουμε ως «επιθυμία να εργαστώ». Τα συνδικάτα αλληλεγγύης δεν έχουν να
προσφέρουν παρά μόνο, λεκτικά, την ακραιφνή συνιστώσα της εξαπάτησης. Ο
εργάτης, εδώ και καιρό, δεν απαιτεί μόνο ένα καρβέλι ψωμί, τη στολή εργασίας
του και ένα στρώμα να κοιμηθεί. Έχει προσδοκίες εισοδήματος και υπακούει πιστά
στον καταναλωτισμό παρότι παραμένει φτωχός, το προτιμά και σέβεται κάθε
μορφή εξουσίας τον προφυλάσσει από φαινόμενα επικίνδυνης ρήξης. Λέγεται ότι
έχει ένα κάπως καλό αυτοκίνητο, πηγαίνει κανά δυο τρείς ημέρες διακοπές ή κάνει
ταξίδια στο εξωτερικό με φουσκωμένες κάρτες και θέλει να σπουδάσει τα παιδιά
του ακριβά. Επενδύει κιόλας σε ρύζι, ζάχαρη και μακαρόνια. Είναι «κανονικός»
άνθρωπος για την κοινωνία, γεννάει παιδιά και προοδεύει, φέρει μάλιστα την
στάμπα του αστού. Δεν εκπροσωπεί την μεσαία τάξη γιατί απλά την εξαφάνισαν οι
πιο δυνατοί κι αντί να γέρνει προς τα εμπρός, τα πόδια του λυγίζουν συνεχώς γιατί
για να έχει όλα τα καλά του κόσμου τα βράδια δύσκολα κοιμάται.
Η κοινωνία μοιάζει να αυτογονιμοποιείται ερήμην
των πολιτών της κι ένας Μάγος καθοδηγεί τη φυλή, χωρίς να ξέρουμε καν αν
βλέπει.
Μια χούφτα χυδαίων και εκμαυλισμένων πολιτικών ,
ξεκοιλιασμένων από το φαί επιχειρηματιών και γλοιωδών παρατρεχάμενων
ανθρωπάριων στη χώρα σου καθορίζουν τον τρόπο ζωής, την ανέχεια και την φτώχεια
που θα μοιραστείς με τους άλλους ωσάν αντάλλαγμά για να γεύεσαι τα αγαθά του
πλούτου, της δημοκρατίας και της ειρήνης. Το μοίρασμα του πλούτου όμως έγιναν
μερίσματα και αποδόσεις. Οι κοινότητες έγιναν χαρτοφυλάκια και επενδυτικά
κεφάλαια, οι σχέσεις μετοχές. Ορισμένοι, έχουν μια ανελέητη όρεξη να
καταβροχθίσουν τον υλικό πλούτο του σύμπαντος σε μια μπουκιά και με μια κλωτσιά
πετούν πέρα όσους στέκονται τροχοπέδη στην προσωπική τους ανάπτυξη.
Κόσμος στρατολογημένος, μοιάζουμε με πεινασμένα
μυρμήγκια, μόλις καταφέρνουμε να εξαφανίσουμε βουνά υλικής και άυλης τροφής, ζητάμε
αμέσως άλλο, αφού αυτό που φάγαμε δεν ήταν παρά ένα ψίχουλο από κέικ σοκολάτας
όλο κι όλο.
Τρώμε με αδηφαγία μισθούς, bonus, ασφάλειες,
εκπτώσεις, ποσοστά και αποδόσεις. Οι ικανότητές μας δεν μετριούνται πια στο
SEX, αλλά στο Χρηματιστήριο Αξιών!
Βγαίνω γιατί έχω χρήματα και μια νταντά για τα
παιδιά.
Στον αγώνα επιβίωσης «καθενός», το να κερδίζω και
να επωφελούμαι αποτελεί τη μόνη ορθή λογική και η συνείδηση, όσο στρεβλή κι αν
είναι, πουλιέται ως κειμήλιο του θείου Μαρξ στα παλιατζίδικα. Δυστυχώς θεία Κάρολε, κανένα κειμήλιό σου δεν
εξαργυρώνεται σήμερα για να αλλάξει τον κόσμο.
Νομίζω πως αν κάτι μένει σε αυτόν τον κόσμο με
τον φακό είναι αν μπορεί να σε πονέσει ένας αποχωρισμός, αν πονάς ακόμα από
έρωτα και διαθέτεις πείσμα για ελευθερία.
«Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του
πλήθους*»…Πιο πολύ με πειράζει ένας χωρισμός όταν με
αφήνει εκτεθειμένο…
* Προέρχεται από το ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη
«Μιλώ...», από τη συλλογή Συνέχεια 3 (1962).

Σχόλια