φωτογραφεία από αρχείο/ Μόλος Ναυπλίου πριν την κατασκευή Μαρίνας- Κ.Γ. Το ΄φερνε γύρω-γύρω χθες η μάνα το στάρι. Δεν έλεγε να το βράσει. Αργοπορούσε ηθελημένα ο νους της. Σ’ έψαχνε πάλι κι εσύ πουθενά να φανείς. Τρείς μήνες σε ζητάει. «Νηστικός, που θα πάει;» ίσως να σκέφτηκε κι άναψε το μάτι της κουζίνας. Συγκέντρωσε τα υλικά: το ρόδι, τα καρύδια, τα αμύγδαλα, έφτιαξε σημαία τις σταφίδες, ξανθές στη μια μεριά, μαύρες απ’ την άλλη. πρόσθεσε λίγη φρυγανιά και μαϊντανό. Την ζάχαρη την άφησε για τον σταυρό στο τέλος. Μύρισε λιβάνι το σπίτι. Ρίξαμε πρώτα στα κεραμίδια κι έπειτα μας φίλεψες το φαΐ σου και θυμήθηκα τις λέξεις που σου είχα γράψει σε ένα γράμμα: Φαντάρο σε έστειλαν αδελφέ με ανοικτή ημερομηνία. Δεν ήθελες να καταταγείς. Ποιος λαβωμένος στο μέτωπο θέλει ξανά να πολεμήσει όταν και οι νικητές υποφέρουν.
The Hollies He Ain’t Heavy, He’s My Brother The road is long With many a winding turn That leads us to who knows where? Who knows where? But I'm strong Strong enough to carry him He ain't heavy, he's my brother So on we go His welfare is my concern No burden is he to bear We'll get there For I know He would not encumber me He ain't heavy, he's my brother If I'm laden at all I'm laden with sadness That everyone's heart Isn't filled with the gladness Of love for one another It's a long, long road From which there is no return While we're on the way to there Why not share? And the load Doesn't weigh me down at all He ain't heavy, he's my brother