![]() |
| Μικρές πλάνες, εκδόεις Κομνηνός, Νέα έκδοση |
Γράφει η Χρύσα Καρδαρά
Επιχειρώντας να παρουσιάσουμε το μυθιστόρημα της συγγραφέως από την Αργολίδα «Μικρές πλάνες» σκοντάφτουμε στην αινιγματική και ποιητική γραφή της, όντως πρωτότυπη και μοναδική για πεζό λόγο. Διαβάζοντας τα πρώτα κεφάλαια, ο αναγνώστης μπαίνει στο κλίμα ότι η συγγραφέας πασχίζει να φτιάξει ποίηση μέσα από μυθιστορηματικό λόγο. Με ένα ύφος μοναδικό και καθαρά δικό της διαχειρίζεται την γλώσσα της σε ολόκληρο το βιβλίο.
Το βιβλίο μας ταξιδεύει σε ένα χωριό, ίσως στην πραγματικότητα, είναι οποιοδήποτε χωριό της Ελλάδας, παρόλο που κατονομάζεται στο βιβλίο συγκεκριμένα ως «Κιργί». Είναι το χωριό στο οποίο όλοι μας συναντάμε βιώματα και εικόνες που έχουμε από την παλαιά επαρχιακή ζωή. Σε αυτό το μικρό χωριό του βιβλίου της Κατερίνας Γραμματικού βλέπουμε όλα μας τα μεγάλα πρωτόγονα ελληνικά μικροαστικά πάθη. Το βλέμμα της συγγραφέως εστιάζει στα ήθη των ανθρώπων μετά τους δύο μεγάλους πολέμους, Α & Β παγκόσμιο, εμφύλιος και μίση όχι απαραίτητα μόνο για πολιτικούς λόγους.
Η Κ. Γραμματικού περιγραφεί τη διαφθορά των καθωσπρέπει ανθρώπων που χαίρουν παρόλα αυτά αποδοχής καθώς και τα αδιέξοδα της φτώχειας που ακολούθησε τους δύο πολέμους (μετανάστευση και συνέπειες στον ελλαδικό χώρο), ενώ υπερβαίνει μια συνήθη υπόθεση με γεγονότα σε χρονική σειρά και συνηθισμένους ορθολογικούς διαλόγους. Αποτυπώνει τα ήθη παλαιότερων εποχών που κατά τη γνώμη μου, επιβιώνουν ακόμα και στη σύγχρονη εποχή και μας ταξιδεύει μέσα από τα παιχνίδια του χρόνου και των προσώπων.
Η συγγραφέας περιδιαβαίνει μια υπόθεση με κύριο στόχο να ξεπεράσει την υπόθεση και να εκφράσει τις σκέψεις της για την Ελλάδα και το άρρωστο ήθος των ανθρώπων. Υπάρχει ένας καταιγισμός ιδεών με αφορμή τη βασική πλοκή. Γράφει με σκληρά ρεαλιστικές περιγραφές για τα ανικανοποίητα πάθη των ανθρώπων που υπάρχουν στις κλειστές κοινωνίες αλλά βέβαια και στις πόλεις. Στο βιβλίο, αποδέχεται την ανθρώπινη φύση ως θνητότητα με ροπή στα πάθη του σώματος και της ψυχής. Φωτογραφίζει μια μικρή παραδοσιακή κοινωνία για να μιλήσει για τις «μικρές πλάνες» του ελληνικού ήθους.
Φωτογραφίζει την πατριαρχία και αποτυπώνει την ματαιότητα των ανθρώπινων σχέσεων, φέρνει στην επιφάνεια τα παιδικά χρόνια τη δεκαετία του ΄60 και του ΄70. Δεν λείπει η κοινωνική ειρωνεία. Σε άλλα σημεία: μια λεπτομερής λεκτική ανατομία της ψυχικής και σωματικής κατάστασης του ερωτευμένου ανθρώπου: «Πως με τον έρωτα μαθαίνεις τον θάνατο και αγαπάς τη ζωή».
Σε πολλά σημεία του βιβλίου διαφαίνεται μια ειρωνεία όχι απέναντι στην χριστιανική διδασκαλία καθεαυτή αλλά στον φαρισαϊσμό και την έλλειψη ανθρωπιάς και ουσίας που παρατηρείται σε ορισμένους κύκλους της εκκλησίας. Δεν είναι τυχαίο στη σκέψη και στην κριτική της συγγραφέως ότι η ηρωίδα συναντά τον μεγάλο έρωτα μέσα στην εκκλησία την ώρα της θείας λειτουργίας. Μεταδίδει το παραδοσιακό πνεύμα του Πάσχα σαν μια ιεροτελεστία της άνοιξης, όπως περιγράφει η συγγραφέας και φιλοσοφεί τον χριστιανισμό αλλά και τη θρησκεία γενικότερα με αρκετό χιούμορ. Το βιβλίο αντιμετωπίζει με κριτικό πνεύμα την εκκλησία.
Η συγγραφέας περιγράφει τα γεγονότα του βιβλίου άλλοτε σαν να τα βιώνει εκείνη ακριβώς τη στιγμή και άλλοτε σαν να ταξιδεύει από κάπου μακριά στο μέλλον, η σκέψη της, στο χωριό της, το οποίο νοσταλγεί με πικρία. Χρησιμοποιεί υπερρεαλιστικές συμπτύξεις του χώρου και του χρόνου καθώς υπάρχει παράλληλα ο εξωτερικός και ο ψυχικός χώρος αλλά και ο υλικός χώρος συνδέεται και συγχέεται με τον φαντασιακό χώρο των ηρώων.
Από έναν ανεκπλήρωτο έρωτα στο παρελθόν υφαίνεται η υπόθεση για έναν ανεκπλήρωτο έρωτα των απογόνων. Η ηρωίδα είναι το πρόσωπο μέσα από το οποίο η συγγραφέας ψυχογραφεί τους ήρωες της οικογένειας της και του χωριού της. Τα πρόσωπα του έργου φέρονται ανάλογα με την κοινωνική διαστρωμάτωση της εκάστοτε παλαιότερης εποχής που περιγράφεται. Η μάνα, το παραδοσιακό αρχέτυπο της συγκράτησης της κόρης απ’το να κάνει κάτι το ανεπίτρεπτο για τα μάτια του κόσμου. Ο πατέρας, σύμβολο της πτώχευσης, μάλλον λειτουργεί μέσα στο βιβλίο σαν σύμβολο της οικονομικής και ηθικής χρεωκοπίας της χώρας. Το πρόσωπο του πατέρα είναι η αφορμή για να μιλήσει η συγγραφέας για όλα τα καταιγιστικά ιστορικά γεγονότα από τη δεκαετία του ΄20 και ύστερα, καταφέρνοντας μέσα από το πρόσωπο του πατέρα να συγκινήσει και να σχολιάσει ιστορικά. Ο αδελφός με το στίγμα της σχιζοφρένειας, σύμβολο της σχιζοφρενικής κοινωνίας μας. Οι μετανάστες στην Αμερική, παρουσιάζονται στο βιβλίο, όπως ακριβώς και στην πραγματικότητα, νεόπλουτοι παραδομένοι στην ευκολία του χρήματος όχι χωρίς αποτυχίες και βεβαία με παράνομες δραστηριότητες στην Αμερική, οι οποίες μαθαίνονταν καθυστερημένα στην Ελλάδα.
Η μαμή του χωριού αρχίζει να εξαφανίζεται στη δεκαετία του 1970, γερνάει στην ηλικία (συμβολικά σαν επάγγελμα) και παραχωρεί τη θέση της στον πετυχημένο γιατρό. Η μαμή του χωριού, με τα ένστικτα της, παρουσιάζεται σαν ένα ξωτικό του χωριού που η προσφορά της δεν αναγνωρίζεται καθολικά και επίσημα, εμφανίζεται σαν όλους αυτούς τους διαφορετικούς ανθρώπους που προσπαθούν κάτι να προσφέρουν και τελικά μένουν στο περιθώριο από τις εξελίξεις της επιστήμης και από την απορριπτική οπτική της θρησκείας, όπως εννοεί η συγγραφέας.
Το βιβλίο προτείνεται ανεπιφύλακτα για να γευτούμε κι εμείς το κριτικό πνεύμα της συγγραφέως απέναντι στα κακώς κείμενα του ελληνικού ήθους και της ιστορίας, να συνειδητοποιήσουμε την ψεύτικη ηθική που διαπέρασε και διαπερνά ακόμα και σήμερα την ελληνική ιστορία και τελικά για να κοιτάξουμε μέσα μας, διαβάζοντας το βιβλίο, μήπως κουβαλάμε κι εμείς τέτοιες «μικρές πλάνες» και να τις αντιμετωπίσουμε στη συνέχεια στην καθημερινότητα μας, για να σταθούμε κριτικά απέναντι στο τι είναι ο έρωτας, τι είναι η ηθική, ποιοι είμαστε αληθινά εμείς σε σχέση με τους ήρωες του βιβλίου…
Κατερίνα Γραμματικού, Μικρές πλάνες, Εκδόσεις Κομνηνός, 2020
ISBN: 978-618-54-3009-2
διαθεσιμο στο βιβλιοπωλείο Κομνηνός

Σχόλια